Σόφη Θεοδωρίδου: Έλεγα στους γονείς μου ότι μια μέρα θα γίνω συγγραφέας

Κυρία Θεοδωρίδου, θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας πώς προέκυψε η συγγραφή στη ζωή σας;

Από τη στιγμή που ξεκίνησα να διαβάζω, λάτρεψα τη λογοτεχνία. Έλεγα, λοιπόν, στους γονείς μου μέσα στην παιδική μου αφέλεια ότι μια μέρα θα γίνω συγγραφέας, ότι θα γράφω εγώ ιστορίες για τους αναγνώστες μου. Έγραφα μάλιστα και τα δικά μου παραμύθια, τα διάνθιζα με εικόνες και τα έδινα στις φίλες μου να τα διαβάσουν. Αργότερα, στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο, περιορίστηκα σε κάποια διηγήματα, τα οποία δημοσιεύονταν στη σχολική εφημεριδούλα μας. Όμως η ζωή έχει πάντα τον τρόπο της να σε παρασέρνει μακριά απ’ ό,τι ονειρεύτηκες, δίχως ωστόσο να καταφέρνει να «σβήσει» ολότελα τα όνειρά σου. Έρχεται κάποτε η στιγμή που αυτά διεκδικούν τον χρόνο και την προσοχή σου. Για μένα αφορμή να έρθει αυτή η στιγμή, στάθηκε μια οικογενειακή ιστορία, που μου αφηγήθηκε η πεθερά μου. Με ενέπνευσε τόσο, ώστε να δοκιμάσω να γράψω ένα μυθιστόρημα βασισμένο σ’ εκείνα τα περιστατικά, που άπτονταν της προσφυγιάς και των πολύ δύσκολων χρόνων της εγκατάστασης των προσφύγων στην Ελλάδα. Το εγχείρημα στέφθηκε με επιτυχία και η αγάπη των αναγνωστών έφερε όλα τα υπόλοιπα.

Τα μυθιστορήματά σας είναι –κατά βάση- ιστορικά. Πώς καταφέρνετε να φέρετε εις πέρας όλη την έρευνα που υπάρχει πίσω τους και πόσο καιρό σας παίρνει ώστε να ολοκληρωθεί όλη αυτή η διαδικασία από την σύλληψη της ιδέας ως την ολοκλήρωσή της;

Αυτή είναι η δύσκολη πλευρά πάντα της συγγραφής ενός μυθιστορήματος που η ιστορία του εξελίσσεται παράλληλα με σημαντικά ιστορικά γεγονότα. Ομολογώ ότι μου προσφέρει απεριόριστη βοήθεια και συμπαράσταση ο σύζυγός μου, ο οποίος είναι φιλόλογος ειδικευμένος στην Ιστορία κι έτσι δε χάνομαι στην απέραντη βιβλιογραφία. Ακολουθεί σκληρή μελέτη εκ μέρους μου, προτού νιώσω έτοιμη να ξεκινήσω τη συγγραφή, με το όλο εγχείρημα να διαρκεί συνήθως γύρω στους δέκα μήνες (έρευνα και συγγραφή).

Από πού αντλείτε την έμπνευσή σας; Υπάρχουν αληθινά πρόσωπα μέσα στις ιστορίες σας;

Οι περισσότερες ιστορίες μου είναι εμπνευσμένες από την ίδια τη ζωή, όπως έγινε και στο πρώτο μου βιβλίο. Από εκεί κι έπειτα, βέβαια, παρεμβαίνει η φαντασία μου να συμπληρώσει τα κενά, να ολοκληρώσει τους χαρακτήρες και να δημιουργήσει νέους ήρωες, που θα πλαισιώσουν την ιστορία των προσώπων που με ενέπνευσαν και να τους οδηγήσει πιθανότατα σε διαφορετικά μονοπάτια από εκείνα που οι ίδιοι επέλεξαν όντας εν ζωή.

Υπάρχει κάποιος χαρακτήρας μέσα στα βιβλία σας τον οποίο έχτε «αγαπήσει» λίγο περισσότερο από όλους τους υπόλοιπους; Κι αν ναι, γιατί;

Όλους τους ήρωές μου τους αγαπώ, πράγματι όμως ξεχωρίζω μια ηρωίδα μου. Είναι η Ιφιγένεια στο μυθιστόρημά μου «Πες μου αν με θυμάσαι», καθώς τα συναισθήματά της-όχι η ίδια η ιστορία όπως τη βίωσε, αυτή είναι μυθοπλασία- είναι στην πραγματικότητα τα δικά μου συναισθήματα σε σχέση με τους γονείς μου και όσα συνεπάγεται η απώλειά τους.

Δίχως να θέλω να επισκιάσω όλη την εξαιρετική βιβλιογραφία σας, δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ στο συγκλονιστικό ιστορικό σας μυθιστόρημα «Το κορίτσι απ’ την Σαμψούντα», το οποίο όχι μόνο φωτογραφίζει ξεκάθαρα τα γεγονότα που συντάραξαν τον Πόντο την εποχή εκείνη, όχι μόνο παρουσιάζει το κοινωνικό- πολιτικό κλίμα με τέτοιο τρόπο που ο αναγνώστης μεταφέρεται, κατανοεί και πολλές φορές αισθάνεται πως συμμετέχει και ο ίδιος σε αυτό, αλλά ακουμπάει επάνω τους και με έναν σεβασμό αφοπλιστικό, θα έλεγε κανείς. Θέλετε να μας πείτε λίγα λόγια για αυτή την ιστορία, πώς προέκυψε για εσάς και πώς βιώσατε την εξέλιξή της;

Ως απόγονος Ποντίων, μεγαλωμένη σ’ ένα χωριό προσφυγικό, όπου οι παππούδες κι οι γιαγιάδες γύρω μου ήσαν άνθρωποι που βίωσαν εκείνα τα γεγονότα, ήρθα σε επαφή μεγαλώνοντας με τις προσωπικές τους ιστορίες. Ήταν ίσως φυσικό επόμενο, λοιπόν, να θελήσω κάποια στιγμή να εξερευνήσω λεπτομερέστερα τα γεγονότα, να «μπω στα παπούτσια τους», να κουρνιάσω στα σπίτια τους, ανάμεσα στις οικογένειές τους, σε φίλους και συγγενείς, να κρυφακούσω όσα λέγονταν κι όσα γίνονταν και εντέλει να βιώσω τα βάσανά τους μέσω των ηρώων μου. Ήταν οδυνηρή η έρευνα και η πλήρης αποκάλυψη των γεγονότων, το ομολογώ, ωστόσο το όλο εγχείρημα λειτούργησε σαν κάθαρση, τελικά, παρά την ψυχική ένταση που με κυρίευε όταν καθόμουν μπροστά στον υπολογιστή, καθώς αισθάνθηκα την όλη διαδικασία σαν ένα είδος μνημοσύνου προς τους προγόνους μου.

Το τελευταίο σας βιβλίο «Η Αγαπητικιά» τοποθετείται στην εποχή του εθνικού διχασμού. Αφού περνάει μέσα από την ίδια τη βασιλική οικογένεια και στέκεται δίπλα στον βασιλιά, μεταφέρεται στον περίγυρο του Βενιζέλου, κάθεται στο τραπέζι του και φωτογραφίζεται μαζί του. Δεν μπορεί, λοιπόν, παρά να μας γεννηθεί η ερώτηση… Πρόκειται για πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα;

Οι ήρωές μου είναι δικής μου έμπνευσης, ωστόσο τα γεγονότα στα οποία τους τοποθετώ, όπως η δεξίωση του Νικόλαου Στράτου, όπου η Ρόσα φωτογραφίζεται με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, καθώς και άλλα που εμπεριέχονται είναι πραγματικά. Επίσης, φρόντισα ν’ ανακαλύψω διάφορες προσωπικές ιστορίες της περιόδου εκείνης και να τις εντάξω στην ιστορία μου, εμπλέκοντας το πραγματικό με το φανταστικό και προσδίδοντας στο βιβλίο μου τον ρεαλισμό που αισθάνομαι προσωπικά ότι πρέπει να συνοδεύει ένα ιστορικό-κοινωνικό μυθιστόρημα.

Δανείζομαι μια φράση της Ρόσας, λίγο πριν το τέλος του βιβλίου… «Ο άνθρωπος είναι πάντα οι επιλογές του». Αν ο άνθρωπος βαρύνεται από το περιβάλλον του, τις κοινωνικές, ηθικές, πολιτικές, θρησκευτικές, ακόμη και οικογενειακές συνθήκες, από πολέμους, θεϊκές και ανθρώπινες παρεμβολές, πόση ελευθερία πιστεύετε ότι απομένει τελικά στις επιλογές του; Είναι ο άνθρωπος οι επιλογές του ή μήπως τελικά είναι ο τρόπος που διαχειρίζεται τις επιλογές που του απομένουν, όταν όλοι οι άλλοι έχουν κάνει τις δικές τους;

Θέτετε ένα μεγάλο φιλοσοφικό ερώτημα, το οποίο δεν έχει απαντηθεί στο πέρασμα του χρόνου με σιγουριά. Με άλλα λόγια είναι ο άνθρωπος αρχιτέκτονας της τύχης του; Ή, πόσο είναι ο άνθρωπος ηθικά ελεύθερος μετά τους καταναγκασμούς του φυσικού και κυρίως του κοινωνικού του περιβάλλοντός; Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο άνθρωπος γεννιέται, δε γίνεται. Η προσωπική μου στάση απέναντι σ’ αυτό το φιλοσοφικό ερώτημα είναι ότι ισχύουν και τα δυο.

Σας ευχαριστούμε πολύ κυρία Θεοδωρίδου και σας ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδη «Η Αγαπητικιά»!

Σας ευχαριστώ κι εγώ για τη φιλοξενία και τις ενδιαφέρουσες ερωτήσεις.

 

Share and Enjoy !